Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Ξεδιπλώνεται η γεωλογική ιστορία της Νάξου


Από την Καθηγήτρια του Τμήματος Γεωλογίας & Γεωπεριβάλλοντος στο Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, οι καταβυθίσεις της ξηράς εξαιτίας τεκτονικών κινήσεων σε συνδυασμό με την ανθρώπινη παρέμβαση και τη φυσική διάβρωση με το πέρασμα των χρόνων, είχαν ως αποτέλεσμα τη μεταβολή της γεωμορφολογίας στην παράκτια ζώνη της Νάξου.
Την γεωλογική ιστορία του νησιού προσπαθεί να ξεδιπλώσει η Καθηγήτρια Νίκη Ευελπίδου, η οποία ερευνώντας την παράκτια ζώνη στις περιοχές Αγίου Γεωργίου και Μικρής Βίγλας αποτύπωσε τις γεωμορφολογικές μεταβολές και το χάρτη της περιοχής, όπως αυτός ήταν πριν 6000 χρόνια, διαπιστώνοντας παράλληλα τη μεταβολή και εξέλιξη της Λιμνοθάλασσας σε υγρότοπο στον Άγιο Γεώργιο και τη μετατόπιση του υδρογραφικού δικτύου στη Μικρή Βίγλα «Η παράκτια ζώνη γενικότερα είναι μια περιοχή ιδιαίτερα ευαίσθητη στις περιβαλλοντικές αλλαγές. Πρόκειται για ένα σύστημα που βρίσκεται σε απόλυτη ισορροπία μεταξύ θάλασσας που διαβρώνει και της ξηράς που προσφέρει υλικό απόθεσης. Όταν το σύστημα χάσει την ισορροπία του εξαιτίας κάποιου εξωγενούς παράγοντα, η γεωγραφία της περιοχής υφίσταται τροποποιήσεις»,λέει στη «Ναξιοτυπία» η Νίκη Ευελπίδου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Τμήματος Γεωλογίας & Γεωπεριβάλλοντος στο Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.


Στο πλαίσιο της έρευνάς της για την Παλαιογεωγραφική εξέλιξη των περιοχών Αγίου Γεωργίου και Βίγλας, η οποία ξεκίνησε το 2007 και ολοκληρώθηκε το 2012 πραγματοποιήθηκαν συνολικά 6 ρηχές γεωτρήσεις, βάθους έως 6 μέτρα, εκ των οποίων τρεις στην παράκτια περιοχή του Αγίου Γεωργίου και ισάριθμες στην Βίγλα. «Οι περιοχές αυτές επιλέχθηκαν γιατί τα βασικά γεωλογικά και γεωμορφολογικά τους χαρακτηριστικά έδειχναν την πιθανή ύπαρξη λιμνοθάλασσας κατά το παρελθόν, γεγονός που ενδείκνυται για δειγματοληψία χαλαρού ιζήματος. Για εμάς τους γεωλόγους τέτοιου είδους περιβάλλοντα είναι εξαιρετικά σημαντικά , καθώς έχουν τη δυνατότητα να διατηρήσουν  πληροφορία χιλιάδων χρόνων σχετική με τις γεωγραφικές και περιβαλλοντικές συνθήκες που επικρατούσαν» τονίζει η ερευνήτρια. 
Από τις γεωτρήσεις συλλέχθηκαν περίπου 28 μέτρα πυρήνων, τα οποία επέτρεψαν την στρωματογραφική ανάλυση των ιζημάτων, στα οποία είναι κρυμμένη η γεωλογική ιστορία της περιοχής. Οι πυρήνες ανοίχθηκαν και μελετήθηκαν επισταμένα, ενώ συλλέχθηκαν φυτικά υπολείμματα, κελύφη από κοχύλια και τύρφη από την στρωματογραφική ακολουθία για να χρονολογηθούν με ραδιενεργό άνθρακα. Η παράκτια ζώνη του Αγίου Γεωργίου προστατεύεται από έναν επιμήκη γρανοδιοριτικό ύφαλο, ο οποίος εκτείνεται σχεδόν παράλληλα στη σημερινή ακτογραμμή, με δυο ανοίγματα στο βόρειο και νότιο τμήμα του.
Στην περιοχή της Μικρής Βίγλας τα κυρίαρχα γεωμορφολογικά στοιχεία είναι οι ακτόλιθοι και οι θίνες. Οι ακτόλιθοι, που έχουν σχηματιστεί στην μεσοπαλιρροιακή ζώνη με ανθρακική συγκόλληση σε περιόδους σταθερής θαλάσσιας στάθμης, αποτελούν καλούς δείκτες θαλάσσιας στάθμης και καταγράφουν την γενική τάση της σχετικής μεταβολής της στην περιοχή του κόλπου.

Η Παλαιογεωγραφική εξέλιξη του Αγίου Γεωργίου
 
Παλαιογεωγραφική αναπαράσταση της περιοχής του Αγίου Γεωργίου στην Νάξο πριν από 6000 χρόνια και σύγκρισή της με τη σημερινή μορφολογία. Η περιοχή 6000 χρόνια πριν από σήμερα ήταν λιμνοθάλασσα, ενώ σήμερα είναι υγρότοπος.
Πριν από 6000 χρόνια, ο κόλπος του Αγίου Γεωργίου προστατευόταν από έναν επιμήκη γρανοδιοριτικό ύφαλο, ο οποίος εκτείνεται σχεδόν παράλληλα με την σημερινή ακτογραμμή. Με βάση την ανάλυση των ιζημάτων και της μικροπανίδας, διαπιστώθηκε ότι η περιοχή αυτή ήταν μια ενεργή λιμνοθάλασσα τουλάχιστον από τα 6144 χρόνια έως τα 232 χρόνια πριν από σήμερα. Ο κόλπος άλλαζε από παράκτιος, σε ρηχός θαλάσσιος με εισροή γλυκού έως υφάλμυρου νερού. Τμήματα του επιμήκους υφάλου, είτε από το βόρειο, είτε από το νότιο τμήμα του κόλπου εκείνης της περιόδου, βυθίζονταν περιοδικά και το θαλασσινό νερό εισέρχονταν μέσα στον κόλπο. Αυτό θα μπορούσε να συμβαίνει κατά την διάρκεια καταιγίδων, όταν τα κύματα ήταν αρκετά υψηλά ώστε να περάσουν τον ύφαλο και να εισέλθουν στη λιμνοθάλασσα. Μετά από μια λεπτομερή βυθομετρική μελέτη της περιοχής, φαίνεται πως τα δυο άκρα του γρανοδιοριτικού υφάλου αποτελούσαν τις μόνες πιθανές περιοδικές πορείες του θαλασσινού νερού μέσα στην προστατευμένη λιμνοθάλασσα.
Υπάρχουν επίσης, στοιχεία περιβαλλόντων υψηλής ενέργειας, ιδιαίτερα στην γεώτρηση ΝΑ3, τα οποία αντιπροσωπεύονται από ποτάμιες αποθέσεις με περιστασιακά μεγαλύτερες εισροές γλυκού νερού. Ο ποταμός Περίτσης, που έρεε κοντά στα Ύρια (8ος αιώνας π. Χ.), πιθανότατα περνούσε από το ανατολικό τμήμα του κόλπου του Αγίου Γεωργίου. Είναι προφανές ότι, λόγω των πλημμυρικών γεγονότων από τον Περίτση, τα Ύρια ανακατασκευάστηκαν αρκετές φορές. Η ύπαρξη ενός μεγάλου ρηχού κόλπου χρησίμευε ως λιμάνι για την πρόσβαση στο λατρευτικό κέντρο και αυτή η θεωρία υποστηρίζεται από τα υπολείμματα ενός μεγάλου αρχαίου ορυχείου στο ακρωτήρι της Στελίδας. 

Η γεωγραφική εξέλιξη της Βίγλας
Παλαιογεωγραφική αναπαράσταση της Βίγλας στην δυτική Νάξο, πριν από 3000 χρόνια σε σχέση με τη σημερινή γεωγραφία.Η παχιά συνεχής γραμμή αναπαριστά το φράγμα των ακτόλιθων, τα βέλη το τμήμα του ακτόλιθου που καταβυθίζονταν περιοδικά επιτρέποντας την είσοδο θαλασσινού νερού εντός του κόλπου.
Στο χερσαίο τμήμα φαίνεται το υδρογραφικό δίκτυο πριν από 3000 χρόνια, το οποίο πιθανά να εκφορτίζονταν στον τότε όρμο της Βίγλας ενώ σήμερα φαίνεται ότι τμήμα του υδρογραφικού δικτύου έχει μεταναστεύσει προς τα νοτιοανατολικά.

Στην περιοχή της Βίγλας, υπάρχουν μερικές δυνατές ενδείξεις για τους λόγους της αρχικής επιλογής της συγκεκριμένης θέσης για την ανάπτυξη στρατηγικού οικισμού. Η θέση του οικισμού ήταν ασφαλής, προστατευμένη, κοντά σε γόνιμη γη, ενώ είχε εξαιρετική ορατότητα στα στενά μεταξύ Πάρου και Νάξου, για τα οποία δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αποτελούσαν μια σημαντική θαλάσσια διαδρομή στους προϊστορικούς χρόνους. Επιπλέον, νότια από το λόφο, η παρουσία του προστατευμένου λιμανιού ήταν εξίσου σημαντική.
Η Βίγλα προστατευόταν, σε αντίθεση με τον Άγιο Γεώργιο, από ακτόλιθους. Η ανάλυση των ιζημάτων και της μικροπανίδας έδειξε ότι κατά την διάρκεια της μελετώμενης περιόδου (3800±50 έως 1625±45 χρόνια πριν από σήμερα), η περιοχή της Βίγλας ήταν μια προστατευμένη λιμνοθάλασσα. Ο κόλπος μεταβαλλόταν από ρηχό θαλάσσιο περιβάλλον σε παράκτιο περιβάλλον, με συχνές εναλλαγές σε υφάλμυρο. Η βαθύτερη σειρά των ακτόλιθων ήταν αυτή που προστάτευε εν μέρει την λιμνοθάλασσα μέχρι πριν από 2000 χρόνια, ενώ η ρηχότερη σειρά προστάτευε την περιοχή έως το 1000 μ.Χ.
Τουλάχιστον κατά την διάρκεια της εποχής του Χαλκού (3300 π.Χ. – 1200 π.Χ.), η Βίγλα μπορεί να αποτελούσε αγκυροβόλιο πλοίων, ακόμα και αν είχαν άλλο τελικό προορισμό. Ευρήματα στην Μικρή Βίγλα μαρτυρούν τις ισχυρές της συνδέσεις με την Μήλο και την Κρήτη. Ακόμα και ευρήματα με προέλευση την ίδια τη Νάξο, π.χ. υπολείμματα μαρμάρινων αντικειμένων, θα ήταν πιο εύκολο να μεταφερθούν στην Μικρή Βίγλα με πλοίο, παρά να μεταφερθούν από την ξηρά μέσω της απότομης μορφολογίας. Είναι πιθανό πως ο προστατευμένος κόλπος ήταν λόγος προσέλκυσης επισκεπτών ακόμα και μετά την παρακμή του οικισμού. Η σύγχρονη λιμνοθάλασσα που περιοδικά συνδέεται με την θάλασσα, ήταν ένα προστατευμένο μέρος στην υπήνεμη πλευρά της Μικρής Βίγλας όταν φυσούσαν τα μελτέμια, προσφέροντας έτσι ένα πολύτιμο λιμάνι για τα μικρά πλοία.
Η ενεργή λιμνοθάλασσα τροφοδοτούταν από το κοντινό ποτάμι με γλυκό νερό και ιζήματα. Στο περιβάλλον κυριαρχούσε επίσης η αιολική δραστηριότητα. Το ξηρότερο κλίμα σε συνδυασμό με τις παράκτιες, θαλάσσιες και αιολικές διεργασίες σμίλεψαν το σημερινό ανάγλυφο.
Σύμφωνα με ένα κέλυφος που βρέθηκε σε έναν από τους τρεις πυρήνες σε βάθος 1,87 μ, η στάθμη της θάλασσας πριν από 1752 χρόνια βρισκόταν πάνω από τα 1,78 μ. Αυτό το αποτέλεσμα φαίνεται να είναι σύμφωνο με την παρουσία των ακτόλιθων από τη σημερινή στάθμη θάλασσας μέχρι το βάθος των 1,7 μ. στην περιοχή της Βίγλας.
Λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα των χρονολογήσεων, η στάθμη της θάλασσας κατά τα τελευταία 2000 χρόνια βρισκόταν μεταξύ -1,5 και -2 μ. Η σχετική θαλάσσια στάθμη πιθανόν σταθεροποιήθηκε για ένα μικρό διάστημα μεταξύ των -0,7 και -1,7 μ. όπως υποδεικνύεται από τους βαθύτερους ακτόλιθους, ενώ στην συνέχεια μια άνοδος της θαλάσσιας στάθμης είχε ως αποτέλεσμα την βύθιση αυτών των σχηματισμών. Αυτή η άνοδος ήταν το συνδυαστικό αποτέλεσμα ευστατικών διεργασιών (που σχετίζονται με την παγκόσμια μεταβολή στάθμης θάλασσας λόγω κλιματικών αλλαγών) και της άλλοτε βαθμιαίας και άλλοτε απότομης λόγω σεισμικών κινήσεων, καταβύθισης της ξηράς.

Νέες έρευνες, νέα αποτελέσματα που αναμένουμε….
Οι έρευνες στην περιοχή συνεχίζονται από την Αν. Καθηγήτρια Νίκη Ευελπίδου, η οποία προσπαθεί με την ομάδα της να ξεδιπλώσει την γεωλογική ιστορία της Νάξου. Την άνοιξη που μας πέρασε, η Νίκη Ευελπίδου πέρασε τον περισσότερο χρόνο της κάτω από τη στάθμη της Ναξιώτικης θάλασσας, στον υποθαλάσσιο χώρο της Βίγλας, της Πλάκας, του Αγίου Γεωργίου και ακόμη νοτιότερα, από όπου αφότου χαρτογράφησε την περιοχή, συνέλεξε δείγματα ακτολίθων από βάθη μεγαλύτερα των 7 m και τα οποία αυτή τη στιγμή αναλύονται στο εργαστήριο “Leibniz Institute for Applied Geophysics” της Γερμανίας και αποτελούν το νέο αντικείμενο της έρευνάς της.

«Η ύπαρξη βυθισμένων ακτολίθων αποτελεί την αφετηρία μιας νέας έρευνας, που είναι ήδη σε εξέλιξη. Το βάθος στο οποίο βρέθηκαν, είναι εντυπωσιακό για τα δεδομένα της Ελλάδας, αλλά και της Μεσογείου γενικότερα, γεγονός που έδωσε το έναυσμα για νέα έρευνα στο υποθαλάσσιο περιβάλλον της Νάξου», καταλήγει η Νίκη Ευελπίδου.


Δεν υπάρχουν σχόλια: